Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007

Υπέρ πίστεως

Πάνω που οι πυρκαγιές μας είχαν ροδίσει από τη μια πλευρά και ήμασταν έτοιμοι να γυρίσουμε από την άλλη, άρχισε ξαφνικά να βρέχει λεφτά. Επιχορηγήσεις στις μικρές επιχειρήσεις, τώρα στα τελειώματα τις θυμήθηκαν, αυξήσεις στις αμοιβές των στρατιωτικών, πεινάνε οι κακόμοιροι, καθώς και μαζικές προσλήψεις αγροφυλάκων που όμως δεν έχουν καν στολή να φορέσουν, ενώ θα περιπολούν με τα δικά τους Ι.Χ. Και επειδή ο όρος ‘αγροφυλακή’ είναι κάπως ξεπερασμένος, χρησιμοποιείται ο πιο επίκαιρος όρος ‘οικολογική αστυνομία’. Μπάτσοι φτιαγμένοι από οικολογικά υλικά λοιπόν, μπορούν να ανακυκλωθούν και να χρησιμοποιηθούν αλλού στο εγγύς μέλλον, λόγου χάρη στις νομαρχίες, στους δήμους, στα υπουργεία και σε άλλους δημόσιους φορείς. Πραγματικά δεν θα επιβαρύνουν καθόλου το περιβάλλον, ακόμα και τις στολές τους θα τις ράψουν μόνοι τους. Μένει να δούμε αν θα καταφέρουν να το προστατέψουν κιόλας, καθότι είναι εντελώς ανεκπαίδευτοι.
Ωστόσο αρκετό χρήμα έπεσε εκεί που πραγματικά υπάρχει ανάγκη. Ενόψει εκλογών και με συνοπτικές διαδικασίες, η κυβέρνηση επιχορήγησε την ‘Εκκλησία της Ελλάδος Α.Ε’ με τριάντα εκατομμύρια ευρώ και κάτι ψιλά. Θα χρησιμοποιηθούν λένε, για διάφορες αγαθοεργίες προς τους πιστούς. Όσοι δεν πιστεύουν ας πρόσεχαν. Με άλλα λόγια η κυβέρνηση δίνει λεφτά στην Εκκλησία η οποία με τη σειρά της θα τα δώσει σε εμάς. Θα μπορούσαν οι ιθύνοντες του Υπουργείου Οικονομικών να μας τα δώσουν απευθείας, δεν θα λέγαμε όχι. Τώρα όμως θα πρέπει να υποχρεωθούμε στον παπά της ενορίας, να εκκλησιαζόμαστε κάθε Κυριακή και ό,τι ψίχουλο πάρουμε να το επιστρέφουμε στους περιφερόμενους δίσκους και στα παγκάρια με τα κεριά.
Μεταξύ μας, μάλλον αυτά τα τριάντα εκατομμύρια αποτελούν συνέχεια και επιβεβαίωση των καλών σχέσεων του κυβερνώντος κόμματος και της ηγεσίας της Εκκλησίας. Μια από τις πρώτες πράξεις της κυβέρνησης μετά τις εκλογές ήταν η κατάργηση της φορολογίας μεταβίβασης των ακινήτων που ανήκουν στην Εκκλησία. Προφανώς οι θεσπισμένες φοροαπαλλαγές δεν είναι αρκετές, πρέπει να πέφτει και λίγο ρευστό μιας και τα έξοδα τρέχουν.
Να σημειωθεί πως αυτά τα χρήματα προέρχονται από το Δ’ ΚΠΣ. Από την Ευρώπη δηλαδή, τη σκοτεινή και σιωνιστική Δύση που λες και δεν της έφταναν οι ταυτότητες χωρίς θρήσκευμα, προσπαθεί, όπως κατά καιρούς διατυμπανίζει ο Αρχιεπίσκοπος, να διαβρώσει τη συνείδησή μας, την πίστη μας και την ιστορία μας, προσπαθώντας να προωθήσει τη ‘νέα τάξη πραγμάτων’. Όταν όμως πρόκειται για λεφτά κανείς δεν αντιστέκεται. Όλοι ποζάρουν χαμογελώντας για μια φωτογραφία.
Πάντως, τέτοιες φοροαπαλλαγές και ενέσεις ρευστού προς την Εκκλησία είναι αν μη τι άλλο προκλητικές, ειδικά σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βιώνουν καθημερινά την ακρίβεια και την αβεβαιότητα. Είναι τουλάχιστον άδικο η Εκκλησία να τυγχάνει τέτοιας προνομιακής μεταχείρισης όταν το ποίμνιο στενάζει οικονομικά. Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να δίνει από το υστέρημά του υπέρ του ναού της ενορίας. Θα μπορούσαμε λοιπόν να είμαστε πιο σφιχτοχέρηδες όταν αντικρίζουμε δίσκους να περιφέρονται εντός του ναού κατά τη διάρκεια της λειτουργίας. Ο ήχος και μόνο των κερμάτων που κουδουνίζουν, αποσπά την προσοχή από του ευαγγελίου το ανάγνωσμα…

Άρτος και θεάματα

Ο προβληματισμός τέθηκε αρκετά εύστοχα αλλά παρόλο που αφορούσε μόνο την Αθήνα μπορεί άνετα να γενικευτεί. Τώρα που φουντώνουν οι ζέστες, μαζί τους κι οι πυρκαγιές – άλλη πονεμένη ιστορία, αυξάνεται θεαματικά ο αριθμός των πραγματοποιούμενων ανά την επικράτεια «πολιτιστικών εκδηλώσεων». Εντός εισαγωγικών βέβαια γιατί δεν μπορώ να θεωρήσω, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ως πολιτισμός το πλήθος των εκδηλώσεων σε πόλεις και χωριά όπου θα προσκληθούν άτομα χαμηλής καλλιτεχνικής αξίας να ερμηνεύσουν τα δικά τους παρατράγουδα, το ακροατήριο θα καταναλώσει άφθονες ποσότητες κρέατος και αλκοόλ, οι πλανόδιοι έμποροι θα στήσουν τους πάγκους τους για ένα ακόμα όργιο αισχροκέρδειας και φοροδιαφυγής, οι παπάδες της ενορίας θα βγουν στη γύρα μπας και μαζέψουν κανένα φράγκο, όπως και πέρυσι, από το αλαλάζον πλήθος υπέρ της αποκαταστάσεως του ιερού ναού της περιοχής και οι φωσφορίζοντες χωροφύλακες θα την έχουν στημένη στις στροφές τις εθνικής προς ενίσχυση του κρατικού κορβανά. Με μια πιο αστική έκφραση και προσεγγιστικά, είναι αυτό που ονομάζουμε ‘θρησκευτική εμποροπανήγυρις’. Στο τέλος της βραδιάς θα κάνουμε και το σταυρό μας.
Και η Αθήνα βέβαια δεν πάει πίσω παρόλο που εκεί ο φολκλορισμός δεν έχει δείξει ακόμα τα δόντια του. Θα γεμίσουν οι πλατείες και τα πάρκα από ξύλινες εξέδρες όπου ένα πεπερασμένος αριθμός καλλιτεχνών θα ανακυκλώνεται κάθε βράδυ προς τέρψη του κοινού. Φυσικά τίποτα δε γίνεται με το αζημίωτο ούτε στην πρωτεύουσα, ούτε πουθενά. Πάρα πολλά θα είναι και φέτος τα χρήματα που θα βγουν από τα ταμεία των διοργανωτών δήμων και νομαρχιών και θα καταλήξουν στις τσέπες των αοιδών και των επιτελείων τους. Από τον άρτο και τα θεάματα της αρχαίας Ρώμης, στο γουρουνόπουλο και τα τσιφτετέλια της σύγχρονης Ελλάδας.
Να ξεχνάμε, να γελάμε, για να λεμ’ πως δεν πεινάμε δηλαδή. Δεν είναι κακό. Όμως που και που να σκεφτόμαστε πως όλα αυτά τα χρήματα που σπαταλώνται στο όνομα του (δύσμοιρου) πολιτισμού θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά για να φτιαχτεί κανένα πεζοδρόμιο, να φυτευτεί καμία πλατεία, να πληρωθούν τίποτα συμβασιούχοι στους δήμους και τις νομαρχίες που δικαιούνται κι αυτοί να χαρούν λίγο το καλοκαίρι. Ίσως μερικοί εξαιτίας της αδημονίας τους για τα καλοκαιρινά πανηγύρια να χαρακτηρίσουν ως λαϊκίζουσα τη θέση αυτή, όμως σκεπτόμενοι οικονομικά, όπως επιβάλλεται στους χαλεπούς αυτούς καιρούς, θα παίρναμε τις αποφάσεις μας έχοντας ως κριτήρια την ιεράρχηση των αναγκών και το κόστος ευκαιρίας. Χάνουμε κάτι για να κερδίσουμε κάτι άλλο. Δεν θα πάθουμε τίποτα αν μείνουμε για ένα ή δύο καλοκαίρια χωρίς υπαίθρια σκυλάδικα. Εκτός κι αν ιεραρχούμε τις λίγες θερινές νύχτες κραιπάλης και κακογουστιάς υψηλότερα από ότι ιεραρχούμε την ποιότητα ζωής. Σε αυτήν την περίπτωση, με συγχωρείτε για την ενόχληση…

Υ.Γ: Στην Ελλάδα δεν ζούμε μόνοι μας. Φιλοξενούμε και έναν αριθμό οικονομικών και πολιτικών μεταναστών που κερδίζουν το ψωμί τους στη χώρα μας, πλάι σε μας και μαζί μας, οι οποίοι έχουν κάθε δικαίωμα να παρακολουθούν τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που θα πραγματοποιηθούν. Συνεπώς είναι πολύ ενδιαφέρουσα η πρόταση για προβολή υπέρτιτλων στις γλώσσες των κύριων μειονοτήτων σε όλες τις θεατρικές παραστάσεις που θα πραγματοποιηθούν. Αν βέβαια ενδιαφερόμαστε για την ανάδειξη και τη διάδοση του (πραγματικού) ελληνικού πολιτισμού. Ειδικά στον πολιτισμό, οι αποκλεισμοί πρέπει να εκλείψουν.

Κινέζικα κουτιά

Με αφορμή την επικείμενη παρουσίαση του βιβλίου ‘Κινέζικα Κουτιά’ της Σώτης Τριανταφύλλου στη βιβλιοθήκη της Αμαλιάδας, ήρθαν στο μυαλό μου τα κουτιά που κάθε τόσο βλέπω να ξεφορτώνουν οι ιδιοκτήτες των κινέζικων καταστημάτων ένδυσης και υπόδησης τα οποία, κατά το κοινώς λεγόμενο, ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια, όχι μόνο στις δύο μεγάλες πόλεις του νομού μας, αλλά και σε αρκετά χωριά πλέον.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα κινέζικα καταστήματα έρχονται για να καλύψουν κάποιες ανάγκες, αυτές σε ένδυση και υπόδηση, ανάγκες εκ των βασικών στον αστικό τρόπο ζωής μας. Ωστόσο, πιο ακριβές θα ήταν να πούμε πως οι Κινέζοι μικροεπιχειρηματίες έρχονται να καλύψουν τις ανάγκες των Ελλήνων σε φτηνή ένδυση και η αυξανόμενη τάση εμφάνισης κινέζικων καταστημάτων είναι επακόλουθο της αυξανόμενης ανάγκης που έχουν για χρήματα ολοένα και περισσότεροι Έλληνες. Με άλλα λόγια, δεν μας φτάνουν. Έτσι λοιπόν, στην εποχή της νέας διακυβέρνησης, η κομμουνιστική Κίνα προσφέρει απλόχερα χείρα βοηθείας προκειμένου να μη μένουν ρακένδυτοι οι νοικοκυραίοι που στήριξαν την «πολιτική αλλαγή».
Το λυπηρό βέβαια είναι πως πολλοί το θεωρούν κατόρθωμα και χαίρονται που μπορούν και αγοράζουν ρούχα με δύο, τρία ή τέσσερα ευρώ. Μάλλον κατάντια είναι παρά κατόρθωμα. Και το χειρότερο είναι πως δεν φταίμε εμείς για αυτήν την κατάντια, δεν το διαλέξαμε, αλλά μας οδήγησαν στο σημείο να καλύπτουμε τις ενδυματολογικές μας ανάγκες με προϊόντα κακής ποιότητας και σε εξευτελιστικές τιμές. Ας μη χαιρόμαστε λοιπόν και ας προβληματιστούμε γιατί στην ευρωπαϊκή μας χώρα ένας μέσος μισθός ή μια μέση σύνταξη δεν αρκεί για καλύψουμε αξιοπρεπώς τις βασικές μας ανάγκες. Ή για να το θέσω με λίγο χιούμορ, γιατί στο τέλος του μισθού περισσεύει τόσος πολύς μήνας;
Κάποτε την πρωτοκαθεδρία στην ένδυση των κατώτερων οικονομικών στρωμάτων την είχαν οι λαϊκές αγορές. Στις μέρες μας, τα ράφια των κινέζικων έχουν τιμές χαμηλότερες από τους πάγκους των λαϊκών αγορών και προσελκύουν πελατεία όχι μόνο από τα κατώτερα αλλά και από τα μέσα εισοδήματα. Θα βρεθούν μερικοί που αυτό το φαινόμενο θα το ονομάσουν ελεύθερο ανταγωνισμό. Αν και οικονομολόγος, εγώ θα το ονομάσω ελεύθερη πτώση. Σε τελική ανάλυση, αν η οικονομία μας πήγαινε τόσο καλά, θα δειπνούσαμε σε κινέζικα εστιατόρια, δεν θα ψωνίζαμε από τα κινέζικα…

Artwork


Οι τοίχοι του καφενείου ντύθηκαν με πίνακες που μας χαλαρώνουν όταν ο ήλιος ταξιδέυει πάνω απο τα κεφάλια μας και μας κρατούν συντροφιά όταν το φεγγάρι κάνει την εμφάνισή του. Στον πίνακα του Francesco Clemente οι συσχετισμοί αλλάζουν, καιρός να αλλάξουν και στην πραγματικότητα. Στο βάθος ακούγονται μουσικές που έρχονται από όλες τις γωνιές του κόσμου και μας καλούν να πάμε σ' αυτές. Δεν είναι ώρα για καλά παιδιά...

Ιδέες και λόγια

Πήρε το μάτι μου, σε ένα εγχειρίδιο Δημόσιας Οικονομικής, μια φράση ενός παλιού αμερικανού πολιτικού, του Henry Clay, ηγέτη ενός εκ των μεγάλων κομμάτων των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Είχε δηλώσει ο Clay, ως αρχηγός κόμματος, πως τον ενδιαφέρει περισσότερο να είναι σωστός, παρά να κυβερνήσει. Δε γνωρίζω βέβαια τις αντιδράσεις του κόσμου και του Τύπου σε αυτήν τη δήλωση, παρουσιάζει ωστόσο εξαιρετικό ενδιαφέρον μια αναγωγή στο παρόν.
Ασφαλώς για να κάνει μια τέτοια δήλωση ο αρχηγός ενός κόμματος εξουσίας, πρέπει να συντρέχουν αρκετές προϋποθέσεις. Πρέπει καταρχάς η ιδεολογία να βρίσκεται ψηλά στην ιεράρχηση των αξιών του. Πρέπει να πιστεύει πως οι ψηφοφόροι δεν είναι απλά ένα άθροισμα ψήφων, αλλά ένα ζωντανό και δυναμικό ακροατήριο αποτελούμενο απο σκεπτόμενα μέλη για τα οποία η ιδεολογία παίζει επίσης σημαίνοντα ρόλο. Πρέπει να τολμά να αναδεικνύει και να τονίζει τις διαχωριστικές γραμμές με τα υπόλοιπα κόμματα ακόμα κι αν αυτό του στερήσει μερικές ψήφους στην απολιτίκ εποχή που ζούμε. Γιατί το ζητούμενο δεν είναι απλά αν η δουλειά θα γίνει καλύτερα, αλλά αν θα γίνει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Εν ολίγοις, πρέπει να μην θεωρεί την εξουσία αυτοσκοπό.
Δυστυχώς όμως ο Clay είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρει μιμητές στη σημερινή εποχή. Οι κυβερνώντες ενδιαφέρονται μόνο να γαντζωθούν στις καρέκλες τους και η αντιπολίτευση να επιστρέψει ή να κατακτήσει επιτέλους την εξουσία. Με κάθε τρόπο. Στην αντιπολιτευτική ρητορική η ιδεολογία είναι παραγκωνισμένη και η όποια αναφορά γίνεται για τους τύπους. Το ζούμε και στην Ελλάδα όπου μάλλον δεν έχει σημασία ποιός είσαι αλλά σε ποιά καρέκλα κάθεσαι. Χαρακτηριστικό και πρόσφατο παράδειγμα οι κινητοποιήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης, όπου μεγάλος λόγος γίνεται για το ενδεχόμενο οι καταλήψεις να είναι υποκινούμενες. Η θέση της αντιπολίτευσης είναι πως οι μαθητές δεν υποκινούνται. Τώρα, ποιό κόμμα βρίσκεται στην αντιπολίτευση δεν έχει σημασία. Η θέση της μειοψηφίας είναι διαχρονικά η ίδια.
Κι όμως, αν η ιδεολογία έβρισκε τη θέση που της αξίζει στην πολιτική αντιπαράθεση θα ήταν εξόχως ωφέλιμο για το δημόσιο διάλογο, τους πολίτες, οι οποίοι καλούνται να επιλέξουν αυτούς που θα κυβερνήσουν και τελικά, για τα ίδια τα κόμματα. Κάτι τέτοιο όμως δε φαίνεται να συμβαίνει. Συστηματικά καλλιεργείται ένα κλίμα ταύτισης των δύο κομμάτων εξουσίας το οποίο βολεύει αρκετούς, εντός και εκτός των κομμάτων εξουσίας. Η λογική του ''τι Πλαστήρας, τι Παπάγος'' τείνει δυστυχώς να εδραιωθεί για τα καλά στη συνείδηση του μέσου Έλληνα πολίτη. Θα περίμενε κανείς απο την αντιπολίτευση να προσπαθεί να πείσει τους πολίτες περί του αντιθέτου. Όμως οι κατ' ευφημισμόν πολιτικοί καβγάδες στα τηλεπαράθυρα και στη Βουλή περιορίζονται σε θέματα όπως ο αριθμός των δόσεων του τάδε επιδόματος ή η τιμή πώλησης των μετοχών της δείνα δημόσιας επιχείρησης. Μα δεν τους ζήτησε κανείς να παριστάνουν τους χρηματιστές. Περιμένουμε εναγωνίως να ακούσουμε τις πραγματικές και ξεκάθαρες απόψεις τους για μια σειρά απο θέματα τα οποία καθορίζουν την ταυτότητά μας ως κοινωνία και ταυτόχρονα χαράσσουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των δύο πόλων εξουσίας, π.χ. για τις σχέσεις κράτους - εκκλησίας, το περιβάλλον, την αγορά εργασίας. Μάλλον άδικα θα περιμένουμε όμως. Ατολμία, ακινησία, προσμονή για την εξουσία κι εμείς κοντεύουμε να κοιμηθούμε. Το πολιτικό κόστος θα ήταν τεράστιο σε κάθε άλλη περίπτωση, έτσι όμως όλοι βολεύονται. Εμείς θα την πέσουμε για τον ύπνο του δικαίου και αυτοί δεν θα έχουν τύψεις επειδή έκαναν την εξουσία αυτοσκοπό...
Πάντως για την ιστορία να σημειώσω πως ο Henry Clay δεν κατάφερε να εκλεγεί ποτέ πρόεδρος των ΗΠΑ. Τουλάχιστον προσπάθησε δυο φορές. Μία του κουβέντα όμως ήταν αρκετή για να του χαρίσει μια θέση στην Ιστορία. Αρκετοί άλλοι κυβέρνησαν επί χρόνια αλλά ούτε που θέλουμε να τους θυμόμαστε...

Νεκρός ετών τριαντα τριών

Έγινε και φέτος το μνημόσυνο. Κοινός τόπος συνάντησης των επιταφίων η αμερικάνικη πρεσβεία. Όπως κάθε χρόνο, τους τα ψάλλανε και τα σπάσανε. Όπως κάθε χρόνο, το μήνυμα ειπωθηκε αλλά δεν παραδόθηκε. Έχουν περάσει τριάντα τρία χρόνια απο την εξέγερση των φοιτητών ενάντια στη χούντα. Ποιοί όμως παίρνουν μέρος στην πορεία μνήμης; Μερικές απο τις χιλιάδες των ανθρώπων που θέλουν να δείξουν ότι είναι αντίθετοι με τις πολιτικές που ακολουθεί η κυβέρνησή μας, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και πάει λέγοντας. Είναι απόλυτα σεβαστό, δεν μπορούν όλοι να συμφωνούν με τις πολιτικές τους. Το ξέρουν και οι ίδιες οι κυβερνήσεις. Διατηρούν όμως την ικανότητά τους, τριάντα τρία χρόνια μετά να κάνουν του κεφαλιού τους ανεξάρτητα ποιοί και πόσοι διαφωνούν, βλέπε για παράδειγμα το ασφαλιστικό, το εκπαιδευτικό, τους συμβασιούχους, τις ιδιωτικοποιήσεις. Όταν λοιπόν ο "νεκρός" κλείσει τα τριάντα τέσσερα, είναι καλό να αναρωτηθούμε αν με τη συμμετοχή μας σε μια ακόμα πορεία έχουμε παραδώσει επιτυχώς το μήνυμα, αν έχουμε εκπληρώσει το καθήκον μας απέναντι σε αυτούς που αγωνίστηκαν, αν κάποιο σύνθημα έγινε επιχείρημα και πράξη.
Στην πορεία μνήμης παίρνουν μέρος νέοι. Άλλοι για το χαβαλέ, άλλοι επειδή έτσι πρόσταξε η οργάνωση νεολαίας στην οποία είναι γραμμένοι, άλλοι απλώς για να αποτίσουν το δικό τους φόρο τιμής στους αγωνιστές κι άλλοι για να μπορέσουν να νιώσουν εκείνα τα συναισθήματα του δέους, της ευγνωμοσύνης και της μελαγχολίας ίσως, για τη νεολαία που κάποτε αντισταθηκε μαζικά, συνωμοτικά και αποφασιστικά για ένα κοινό σκοπό.
Στην πορεία μνήμης όμως παίρνουν μέρος και άτομα μεγαλύτερης ηλικίας. Οι γονείς μας που στα χρόνια της δικτατορίας ήταν οι νέοι που αντιστάθηκαν και πάλεψαν για το ψωμί, την παιδεία και την ελευθερία. Είναι η γενιά του Πολυτεχνείου που ηγείται της σημερινής κοινωνίας, μια γενιά όμως που γέρασε και σε λίγο βγαίνει στη σύνταξη. Η γενιά που μοίρασε τη μεταπολιτευτική πίτα και τελευταία το έχει ρίξει στο Χρηματιστήριο. Αναρωτιέμαι τι να σκέφτονται όλοι αυτοί που με το δικό τους τρόπο αντιστάθηκαν τότε, σε κάθε επέτειο εκείνης της εξέγερσης. Λογικά θα αναπολούν τις στιγμές τις έντασης και του αγώνα. Ίσως να καταλαμβάνονται απο το αίσθημα της αυτοϊκανοποίησης και του αυτοθαυμασμου που έγραψαν την αρχή του τέλους της δικτατορίας. Μέσα σε όλα αυτά, να υπάρχουν άραγε στιγμές που η γενιά του Πολυτεχνείου κάνει την αυτοκριτική της για την κοινωνία που έφτιαξε σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και που τώρα ετοιμάζεται να την παραδώσει στη δική μας γενιά;
Οι νέοι του 1973 κατάφεραν να δουν το όνειρό τους για τη δημοκρατία να γίνεται πράξη μέσα απο τον αγώνα τους. Πήραν τα ηνία της ελληνικής κοινωνίας στα χέρια τους πιστεύοντας πως το δικαίωμα για ψωμί, παιδεία και ελευθερία είχε κατακτηθεί και ήταν προσιτό για όλους. Μεσήλικες όμως, τρίαντα τρία χρόνια μετά, καλούν τη σημερινή νεολαία να αγωνιστεί για ένα καλύτερο αύριο. Οι νέοι του 1973 είναι αναμφίβολα πιο πάνω απο εμάς. Οι μεσήλικες του 2006 όμως, πρεπει να παραδεχτουν πως ολα αυτα τα χρονια που μεσολάβησαν, το ψωμί, η παιδεία και η ελευθερία δεν μοιράστηκαν δίκαια. Το Νοέμβρη του 1973 οι νέοι κέρδισαν μια μάχη, όμως η σημερινή πραγματικότητα δείχνει πως ο αγώνας δεν συνεχίστηκε μέχρι τέλους και μόνο οι ίδιοι μπορούν να μας εξηγήσουν το γιατι. Να μας πουν γιατι οι περισσότεροι απο αυτούς προτίμησαν να αποτραβηχουν, να βολευτουν, γιατι επιτρέπουν και συμβάλλουν στην οικοδόμηση μιας κοινωνίας τόσο μακριά απο αυτήν που οραματιστηκαν, γιατί το ψωμί, η παιδεία και η ελευθερία δεν φτάνουν για όλους, γιατι πολλοι απο αυτούς επιμένουν να εξαργυρώνουν τους αγώνες τους ως καριερίστες της πολιτικής σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο.
Τώρα την σκυτάλη την παίρνουμε εμείς. Εμείς που πρέπει να εργαστούμε κάτω απο συνθήκες "εργασιακου μεσαίωνα" για να μπορεσουμε να στηρίξουμε το σαθρό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης που μας κληροδοτούν, έτσι ώστε η γενιά του Πολυτεχνείου να μπορεί να απολαμβάνει απερίσπαστη τις συντάξεις και την περίθαλψή της. Εμεις που μάθαμε γράμματα και σπουδάζουμε εγκλωβισμένοι στο απαράδεκτο εκπαιδευτικό σύστημα που οι ίδιοι έφτιαξαν για εμάς. Εμείς που τώρα πρεπει να αγωνιστουμε με το δικό μας τροπο, όχι απεναντι απο τανκς, για να κατακτησουμε το δικό μας καλυτερο αυριο, τη δικη μας δικαιοτερη κοινωνια για την οποια πολλοι συνομηλικοι μας αγωνιστηκαν πριν απο τριαντα τρια χρονια, αλλα μεσηλικες πια, ξερουν πως δεν καταφεραν να μας την προσφέρουν.
Ετσι λοιπον, αξιέπαινοι νέοι του 1973, την επομενη φορα που θα σας καλεσουν σε καποιο τοπικο καναλι του νομού μας για να μιλησετε για την εξεγερση της νεολαιας απεναντι στη χουντα, εσας τους ίδιους θα καλουν καθε χρόνο, ας κανετε πρωτα την αυτοκριτικη σας για την κοινωνια που φτιαξατε όλα αυτα τα χρόνια, προτου αρχισετε παλι τις διδαχες προς τη δικη μας γενια και τη διαφημιση της συμμετοχης σας στα γεγονοτα του Πολυτεχνειου, εχοντας στο πισω μερος του μυαλου σας τη συγκομιδη ψηφων στις επομενες εκλογες. Αν μας καλειτε να αγωνιστουμε για κατι, αυτο ειναι η αδικια της κοινωνιας που μας κληροδοτειτε, ειναι σαν να ομολογειτε πως δεν καταφερατε να φτιαξετε τον κοσμο που οραματιστηκατε.
Δωσατε το πιο φωτεινο και αθανατο παραδειγμα το Νοεμβρη του 1973 και αν η κριτικη αυτη, έτσι οπως την διατυπωνει ένας νέος του 2006 σας φαινεται λιγακι σκληρη, ειναι γιατι ειχαμε καλλιεργησει υψηλοτερες προσδοκιες απο τη δικη σας γενια. Να ειστε σιγουροι πως οποτε κριθει απαραιτητο, οι σημερινοι νεοι θα μιμηθουν το παραδειγμα σας και θα αγωνιστουν και αυτοι. Στην επομενη τηλεοπτικη εκπομπη λοιπον, μην προσπαθησετε να εξαργυρωσετε τον αγωνα σας, κανετε την αυτοκριτικη σας για το πως διαχειριστηκατε τις κατακτησεις σας και δεχτειτε καλοπιστα αυτην εδω την κριτικη ως δειγμα γραφης μιας νεολαιας που ειναι ετοιμη να αμφισβητησει τους παντες, ακομα κι εσας, και να αγωνιστει για τις δικες τις κατακτησεις, οπως κανατε κι εσεις τριάντα τρία χρόνια πριν.