Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Ιστορία θερινής νυκτός

Χθές το βράδυ η ώρα δεν περνούσε με τίποτα. Μπύρα ένα φίλο μου τηλέφωνο (μπορεί και να με μπύρε αυτός, δεν θυμάμαι τώρα αλλά λίγη σημασία έχει) και είπαμε να βγούμε έξω να πιούμε ένα ποτάκι και να συζητήσουμε...
Πάλι καλά δηλαδή γιατί είχα περάσει μια κουραστική -για καλοκαίρι- μέρα με αποτέλεσμα να είμαι μπυρ και μανία. Ήμουν τόσο κουρασμένος που  κυριολεκτικά βαριόμουνα ακόμα και να κουνηθώ - η καρέκλα μπροστά από τον υπολογιστή μου είχε μετατραπεί σε αναμπυρικό καροτσάκι.
Τέλος πάντων μπύρα το ποδήλατό μου, έφτασα στο μαγαζί όπου με περίμενε ο Γ. και αράξαμε στο μαγικό βορινό τραπεζάκι που κάνει τις καλοκαιρινές νύχτες πιο υποφερτές. Μέσα σε τρία λεπτά το άδειο τραπέζι είχε μια κόκκινη (MacFarland), μια πράσινη (Ηeineken) και δύο πακέτα πορτοκαλί Stuyvesant - τα χρώματα των φαναριώνε. Κάποια στιγμή πέρασε από μπροστά μας ένας αφρικανός που πουλούσε μπυρατικά CD, αλλά κατάλαβε ότι ετοιμαζόμασταν για βαθυστόχαστη συζήτηση και στράφηκε προς τα υπόλοιπα τραπεζάκια. Σκεφτήκαμε να τον ρωτήσουμε αν του αρέσει η μαύρη μπύρα, αλλά γρήγορα η σκέψη εγκαταλείφθηκε ως βαθιά ρατσιστική. Οι καημένοι μπύρανε δρόμους και βουνά για να βρουν μια καλύτερη ζωή, ποιός ξέρει πόσες δυσκολίες περνάνε.


Σχεδόν όλη η γειτονιά ήταν άδεια. Ελάχιστα σημάδια ζωής εντοπίζαμε μόνο στον  Μπυροσβεστικό Σταθμό λίγο πιο κάτω, όπου οι εν υπηρεσία μπυροσβέστες έκοβαν βόλτες μέσα στο δρόμο - αρχικά σκεφτήκαμε ότι είναι τόσο ευσυνείδητοι ώστε ψάχνουν για αναμμένα αποτσίγαρα που πετούσαν οι διερχόμενοι οδηγοί, αλλά τελικά καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι απλώς σηκώνονταν για να ξεμουδιάσουν από το τάβλι που έπαιζαν από την αρχή της βάρδιάς τους. Ειλικρινά είναι να απορεί κανείς πως άντεχαν να παίζουν τόσες ώρες, επί τόσες μέρες, επί τόσα χρόνια. Χωρίς υπερβολή οι τύποι έχουν αναγάγει το τάβλι σε μπυρηνική επιστήμη!


Κάπως έτσι, φτάσαμε στην τρίτη γύρα (ξέχασα να αναφέρω ότι επειδή ήμασταν διψασμένοι -καλοκαίρι γαρ- η πρώτη γύρα καταναλώθηκε σχεδόν αμέσως και περάσαμε στη δεύτερη χωρίς πολλά πολλά). Κάποια στιγμή ξεκινήσαμε να μιλάμε για ποδόσφαιρο. «Πόσους παίχτες μπύρε φέτος ο Ολυμπιακός ρε;» με ρώτησε ο Ζ. (μαγαζάτορας) κάποια στιγμή και συμπλήρωσε: «Κανέναν Έλληνα μπύρατε τουλάχιστον;». «Νομίζω μπύραμε έναν. Οι υπόλοιποι όλοι ξένοι» του απάντησε ο Γ. δίπλα μου.
«Γαυράκια, να δω πως θα συνεννοείστε εκεί μέσα φέτος, Μπύργος της Βαβέλ έχετε καταντήσει» είπε ο Ζ. καθώς έμπαινε στο μέσα μέρος του μαγαζιού – βάζελος και μεγάλο μπυραχτήρι από τότε που γνωριστήκαμε. Κοιταχτήκαμε με τον Γ. και αποφασίσαμε να μην συνεχίσουμε την κουβέντα για το ποδόσφαιρο, θα τη βαριόμασταν γρήγορα έτσι κι αλλιώς. Κάποια στιγμή είδαμε στον ουρανό, δυτικά, αρκετά μπυροτεχνήματα. Από κάποιο γάμο λογικά. Το επιβεβαίωσαν και οι μπυροβολισμοί στον αέρα που ακούστηκαν μετά από λίγο. Τουλάχιστον να τους έβγαιναν σε καλό τα γλέντια γιατί όπως είπε κάποτε κι ο Μένανδρος, τρεις είναι οι κυριότερες πηγές δυστυχίας στη ζωή  του ανθρώπου: Μπυρ, γυνή και θάλασσα (γνωστά και ως τα "τρία κακά της μπύρας μας").

Ξαφνικά συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε μείνει αρκετή ώρα «στεγνοί» και παραγγείλαμε ακόμα μια γύρα. Με τέτοια υγρασία που έχει στα μέρη μας, η μεγαλύτερη ανακούφιση είναι να νιώθεις το υγρό μπυρ να ρέει μέσα σου. Το μαγαζί είχε αδειάσει από κόσμο και είχαμε απομείνει εμείς και ο Ζ. που μάζευε τα ποτήρια των τελευταίων πελατώνε. Τα τραπεζάκια δεν τα κλειδώνει τα βράδια, ούτε τα μαζεύει. Με το δίκιο του βέβαια, είναι τόσο βαριά –μάρμαρο και σίδερο- που ακόμα κι ο Μπύρρος Δήμας θα δυσκολευόταν να τα σηκώσει. Μόλις τελείωσε, ήρθε κι έκατσε μαζί μας, φέρνοντάς μας ακόμα μια γύρα καθώς κι ένα ποτηράκι Jameson γι' αυτόν. Άρχισε και μας έλεγε για τους δρόμους που είναι χάλια και παραλίγο να σκοτωθεί το πρωί με το μηχανάκι του. «Ήταν μια τεράστια λακούβα στη μέση του δρόμου, όποιος πέσει μέσα θα φτάσει στον μπυρήνα της Γης». Πράγματι, οι δρόμοι της πόλης μας έχουν το μαύρο τους το χάλι. Βέβαια κι εμείς δεν είμαστε άμπυροι ευθυνών. Τους ψηφίσαμε, αδιαφορούμε για τον τόπο μας, αλλά ok, είναι τεράστια συζήτηση αυτή. Είναι πάντως μερικές στιγμές που απελπίζεσαι και σκέφτεσαι πως δεν πρόκειται να διορθωθεί τίποτα σε τούτον τον τόπο, όμως απ' την άλλη, δεν είναι καλό να αντιμετωπίζουμε όλα τα πράγματα μπυρολατρικά. Think positive. Μπύρα είναι, θα περάσει.

Είχαμε μπυ πλέον στις πρώτες πρωινές ώρες. Είχε περάσει πολλή ώρα από τότε που είδαμε τον τελευταίο περαστικό. Κάποια στιγμή πέρασε από το δρόμο δίπλα ένας από αυτούς τους ηλίθιους 16χρονους με τα μπυραγμένα παπάκια που οι εξατμίσεις τους ακούγονται σαν μπυροβόλα όπλα. Ήταν ο ήχος που έβαλε τέλος στην έξοδό μας. Και ο Ζ. είχε νυστάξει πλέον και ήθελε να κλείσει, το βλέμμα του ήταν σαν να μας έλεγε «Παύσατε μπυρ!!!». Του ζητήσαμε να μας κάνει λογαριασμό. «Ρε φίλε, δεν έχω πάρει πολλά λεφτά μαζί μου, βάλ’ τα εσύ και στα χρωστάω» μου είπε ο Γ. «Δεν μπυράζει ρε, ξεκόλλα» του απάντησα. Πάντα έτσι γίνεται. Πότε με μένα και πότε μ’ αυτόν. Καλοί λογαριασμοί. Καλοί φίλοι.

Τελικά είχαμε πιεί αρκετές. Δε θυμάμαι πόσες ακριβώς, αλλά το να σηκωθώ από την καρέκλα ξαφνικά έμοιαζε με αναρρίχηση στα Μπυρηναία Όρη. Σκέφτηκα να ανέβω στο ποδήλατο και να πηγαίνω αργά, στο βηματισμό του Γ. που ήταν με τα πόδια αλλά τελικά το άφησα για αργότερα. Περάσαμε έξω από ένα φούρνο. Καλό θα ήταν να τρώγαμε κανένα μπυροσκί, αλλά είχαμε ξεμείνει από λεφτά. Πάντως στην επιστροφή γελάσαμε πάρα πολύ. Το τελευταίο που θυμάμαι είναι πως όταν φτάσαμε κάτω από το σπίτι του Γ. τραγουδούσαμε για την τράτα μας την κουρελού: «Εμπύρα μια στα πανιά, εμπύρα δυο στο χωριό, εμπύρα τρεις στο σπίτι της...». Κάπου εκεί καληνυχτιστήκαμε. Εγώ είχα τρία τετράγωνα δρόμο ακόμα για το δικό μου σπίτι. Αποφάσισα να ανέβω στο ποδήλατο και να πάω, παρά τις κατά καιρούς συστάσεις για την αποφυγή οδήγησης υπό την εμπύρεια αλκοόλ. Σιγά μην έπεφτα. Τόσα χρόνια εμπυρίας… 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου